ἐργολαβία

ἐργολαβ-ία, ,
A contract for the execution of work,

πρὸς ἐργολαβίαν γεγράφθαι [λόγους] Isoc.5.25

: pl., Ath.Mitt.51.29 ([place name] Samos), Plu.Cat.Ma.19.
II profitmaking,

ἐργολαβίας ἕνεκεν παραμένειν ἐν τῷ μαθήματι D.S.2.29

, cf. Lib.Decl.23.20.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐργολαβίᾳ — ἐργολαβίαι , ἐργολαβία contract for the execution of work fem nom/voc pl ἐργολαβίᾱͅ , ἐργολαβία contract for the execution of work fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εργολαβία — η (AM ἐργολαβία) [εργολάβος] ανάληψη εκτελέσεως έργου με αμοιβή συμφωνημένη κατ’ αποκοπή («εργολαβία τροφοδοσίας στρατού») νεοελλ. επιδίωξη ερωτικής συνεννοήσεως με βλέμματα, λόγια κ.λπ., ερωτοτροπία αρχ. κερδοσκοπία …   Dictionary of Greek

  • εργολαβία — [эрголавиа] ουσ. Θ. работать по подряду …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • εργολαβία — η 1. ανάληψη εκτέλεσης έργου κατ αποκοπή, αλλ. εργοληψία. 2. μτφ., ερωτοτροπία, φλερτάρισμα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εργολαβία ή σύμβαση μίσθωσης έργου — Αυτοτελής υποσχετική σύμβαση, με την οποία ένα πρόσωπο (ο εργολάβος) αναλαμβάνει την κατασκευή ενός έργου, δηλαδή την παραγωγή ή την τροποποίηση (με τη χρησιμοποίηση μέσων) ενός υλικού αντικειμένου, για λογαριασμό ενός άλλου (του εργοδότη), ο… …   Dictionary of Greek

  • ἐργολαβίας — ἐργολαβίᾱς , ἐργολαβία contract for the execution of work fem acc pl ἐργολαβίᾱς , ἐργολαβία contract for the execution of work fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολαβίαν — ἐργολαβίᾱν , ἐργολαβία contract for the execution of work fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐργολαβιῶν — ἐργολαβία contract for the execution of work fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μίσθωση — Όρος που στο ελληνικό δίκαιο δηλώνει τρία διαφορετικά είδη συμβάσεων, τη μ. εργασίας, τη μ. πράγματος και τη μ. έργου, που αποτελούσαν αρχικά, υπό τη ρωμαϊκή locatio conductio, ενιαίο τύπο σύμβασης. Η μ. εργασίας αποτελεί τη σύγχρονη διαμόρφωση… …   Dictionary of Greek

  • εργολαβικός — ή, ό [εργολάβος] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην εργολαβία, γίνεται με εργολαβία …   Dictionary of Greek

  • εργολαβικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται στην εργολαβία ή γίνεται με εργολαβία: Εργολαβικές δουλειές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.